Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.8.15

Το τέλος της απομόνωσης του Ιράν. Η αλλαγή ρόλου ενός σημαντικού περιφερειακού παίκτη

Δημοσεύθηκε από την ελληνική ιστοσελίδα του περιοδικού Foreign Affairs
στις 24.08.2015


ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσέγγιση μεταξύ του Ιράν και της Δύσης με αφορμή την από κοινού αντιμετώπιση της εξάπλωσης του Ισλαμικού Κράτους στη Μέση Ανατολή, επισφραγίσθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας για τους διεθνείς μηχανισμούς ελέγχου επί του αμφιλεγόμενου πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης. Αρχιτέκτονας της νέας, δυτικότροπης, προοπτικής του Ιράν είναι η διακυβέρνηση Ομπάμα – στις επιλογές της οποίας καλούνται να εναρμονισθούν όχι μόνο οι μέχρι πρότινος σταθερές γραμμές της Ισλαμικής Επανάστασης, αλλά και οι παραδοσιακοί σύμμαχοι τόσο του Ιράν όσο και των ΗΠΑ στην κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής.


Η υπογραφή συμφωνίας για τους μηχανισμούς ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν αποτέλεσε γεγονός-σταθμό για την εξωτερική του πολιτική και τη θέση του στη Μέση Ανατολή. Καταλυτικό ρόλο για την βαθμιαία επαναπροσέγγιση μεταξύ Ιράν και Δύσης έπαιξε η εξάπλωση του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και στη Συρία, κινητοποιώντας την ιρανική στρατιωτική μηχανή προκειμένου να ανακόψει τετελεσμένα που θα απειλούσαν τη σταθερότητα στη μεθόριο με το Ιράκ αφ’ ενός. Η Τεχεράνη, συνεπής στη συμμαχία της με το καθεστώς Άσαντ, έσπευσε να αποκηρύξει τις ένοπλες επιχειρήσεις των Τζιχαντιστών και ενίσχυσε έμπρακτα τον τακτικό συριακό στρατό με κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, ανακόπτοντας αποτελεσματικά την τζιχαντιστική προέλαση προς τις δυτικές συριακές επαρχίες. Παράλληλα, ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις συντάχθηκαν με τις δυνάμεις της εξασθενημένης κεντρικής κυβέρνησης του Ιράκ, καταφέρνοντας να ελέγξει κωμοπόλεις που είχαν περιέλθει στους Τζιχαντιστές. Επιπροσθέτως όμως, οι ως άνω στρατηγικές επιλογές ήταν πλήρως εναρμονισμένες με τα συμφέροντα της Δύσης, η οποία δεν επιθυμεί το Ισλαμικό Κράτος να δρα ανεξέλεγκτα, αναιρώντας την έννοια των μεσανατολικών συνόρων και των υφιστάμενων πλουτοπαραγωγικών ισορροπιών.

Αναλαμβάνοντας αυτές τις δραστικές στρατιωτικές πρωτοβουλίες, ήδη από το φθινόπωρο του 2014 η Τεχεράνη άφηνε να διαφανεί με σαφήνεια η πρόθεσή της να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις της με τη Δύση και να βγει από την διπλωματική της απομόνωση. Η δυτική θετική ανταπόκριση δεν άργησε να εκδηλωθεί, προσδίδοντας θετική δυναμική στις μέχρι τότε άκαρπες διαπραγματεύσεις για το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.

Από ιρανικής πλευράς γινόταν φανερό πως οι αντιδυτικές εμμονές του παρελθόντος επαναξιολογούνταν. Ενδεικτική της νέας αυτής θεώρησης ήταν η εντυπωσιακή σιωπηρή συγκατάβασης της Τεχεράνης ως προς τη σύσταση μόνιμης στρατιωτικής βάσης της Βρετανίας στο γειτονικό Μπαχρέιν, τον Δεκέμβριο του 2014. Τα ιρανικά ΜΜΕ δεν έθιξαν καθόλου το γεγονός ότι αυτή η εξέλιξη ενισχύει το Μπαχρέιν, τη σουνιτική ηγεσία του οποίου το Ιράν ανέκαθεν κατηγορούσε ότι παραβιάζει συστηματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα της σιιτικής/περσόφωνης πλειοψηφίας της χώρας και ότι αποτελεί ένα από τα ‘απομεινάρια της βρετανικής αποικιοκρατίας στον Περσικό Κόλπο’.  


Μπροστά στον αποσταθεροποιητικό παράγοντα του Ισλαμικού Κράτους, το σιιτικό Ιράν και η Δύση βρήκαν για πρώτη φορά κοινό πεδίο συνεργασίας. Τεχεράνη και Ουάσινγκτον φρόντισαν να αδράξουν αυτήν την ευκαιρία, ώστε να λάβουν τέλος οι αντιπαραθέσεις περί του αμφιλεγόμενου πυρηνικού της προγράμματος. Ύστερα από ψυχρότητα δεκαετιών, οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν στη Βιέννη μεταξύ του Ιράν και των υπόλοιπων πυρηνικών δυνάμεων καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2015, έδειχναν πως μία συμφωνία ήταν πια εφικτή. Ωστόσο, το Ιράν ήταν εξίσου σαφές ότι δεν ήταν διατεθειμένο να αναιρέσει τα κεκτημένα του σε περιφερειακό επίπεδο – κεκτημένα που απέκτησε με μεγάλο πολιτικό και οικονομικό κόστος καθ’ όλη τη διάρκεια της διπλωματικής του απομόνωσης από το 1979 έως σήμερα.

16.10.14

The ISIL Threat and the New Middle Eastern Consensus

Δημοσιεύθηκε από το Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων 
του Πανεπιστημίου Λευκωσίας
(Περιοδική έκδοση InDepth Vol.11 Issue 5 / 16.10.2014

Published by the Cyprus Centre of European and International Affairs
University of Nicosia


The ISIL has succeeded to change the Western agenda in the Middle East within months, through their key military moves in Iraq and the north-eastern Syrian territories and by means of a systematically conducted psychological warfare through internet and social media.  Following the video footages of the Islamic State's military operations and beheadings of western journalists and humanitarian aid workers, Western and the Middle Eastern states are facing an unprecedented strategic consensus. The numerous regional players are ostensibly setting aside their contradictory interests and unilateral endeavors, reacting positively to the formation of an American-led multidisciplinary coalition against radical Jihadism, in general and ISIL, in particular.  
 
President Barak Obama in a dramatic televised address on 11.9.2014, called for a regional alliance against the ISIL. Nevertheless, such a consensus should not be misinterpreted that long-standing differences in the region would ultimately disappear. On the contrary, it would not be cynical to assess that the ISIL threat will eventually prove itself as an important opportunity for the various regional players to promote their own interests, which contradict those of their meant-to-be temporary allies.


The US administration for the last decade has failed to bring peace and stability to Iraq. The US has failed to promote the peace negotiations between Israel and the Palestinian Authority. Washington was proven to be reluctant to force an end to the Syrian civil war. American efforts to bring Israel and Turkey back together did not reach any results. US-Iran relations did not show any amelioration. The US has failed, so far to impose a strong stance on the dispute over the natural gas reserves between Turkey and Cyprus which could lead to the island's reunification and to the end of the Turkish military occupation, while the Kurdish rebels seem to be gaining points in the regional strategic mosaic – a fact that Ankara is watching very closely. After the recent conflict in Gaza, Egyptian President Al-Sissi reassessed his country's pro-Western stance.  Qatar, despite its strong ties with the US-administration and the West, appears to have alienated itself towards the other GCC countries and Egypt when it comes to exclusively Arab affairs and this has resulted in Doha's diplomatic isolation from its Arab counterparts. On the other hand, the internationally delegitimized Bashar Al-Assad's regime in Damascus is being reinforced on the ground, although the situation recently in the Syrian-Israeli border is considered to be unstable.

13.5.14

Ισραήλ - Παλαιστινιακή Αρχή - Χαμάς : Μετά την αποτυχία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων

Δημοσιεύθηκε από το ΚΕΜΜΙΣ (Κέντρο Μεσογειακών Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών) την 12.05.2014
Κείμενο Ανάλυσης Νο.9
[ έκδοση PDF : πατήστε εδώ  -  έκδοση WEB : πατήστε εδώ ]



ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Με την κατάρρευση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής και με τη συμφωνία επαναπροσέγγισης Φατάχ-Χαμάς της 23ης Απριλίου 2014, μεταβλήθηκαν κατά τρόπο ουσιώδη οι ισορροπίες στη διένεξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Η παλαιστινιακή πολιτική πραγματικότητα καλείται να επιλέξει στρατηγική ως προς το Ισραήλ και τη διαμεσολαβητική ισχύ των ΗΠΑ. Καλείται επίσης να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίον θα διαχειρισθεί τον 7ετή πολιτικό διχασμό που μεσολάβησε. Παράλληλα, η ισραηλινή πλευρά προσπαθεί να σφυγμομετρήσει τις πολιτικές τάσεις που θα επικρατήσουν στη Ραμάλα και στη Γάζα μετά τη συμφωνία της παλαιστινιακής επαναπροσέγγισης, ενώ όλα εξαρτώνται από το εάν και κατά πόσον θα τεθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα καταστήσουν εφικτή τη συνέχεια της ειρηνευτικής διαδικασίας.


Η 29η Απριλίου 2014 επρόκειτο να είναι η ημερομηνία κατά την οποία Ισραήλ και Παλαιστινιακή Αρχή θα κατέληγαν σε όλα τα ζητήματα που θα είχαν τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Κανείς δεν εξεπλάγη από το γεγονός ότι η ημερομηνία αυτή τελικά πέρασε άπρακτη. Η έντονη απαισιοδοξία των πολιτικών αναλυτών, των διεθνών ΜΜΕ, της ισραηλινής και της παλαιστινιακής κοινής γνώμης, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με την οριστική διακοπή των συνομιλιών στις 24 Απριλίου 2012 λίγα μόλις εικοσιτετράωρα προτού εκπνεύσει το χρονοδιάγραμμα που είχε ορίσει η αμερικανική διπλωματία.

            Απολογισμός των συνομιλιών και το χρονικό έως τη διακοπή τους

Επιχειρώντας έναν σύντομο απολογισμό των συνομιλιών που άρχισαν στις 29 Ιουλίου 2013, συνοψίζονται τα εξής : Το Ισραήλ υιοθέτησε σημαντικές νομοθετικές αλλαγές[1] ενόψει της έγκρισης ενός τελικού σχεδίου λύσης επί του εδαφικού –προλαβαίνοντας έτσι τυχόν επικρίσεις όσων θα ήταν πρόθυμοι να κατηγορήσουν την ισραηλινή κυβέρνηση για αδιαλλαξία. Από την έναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών έως και τον τερματισμό τους, η ισραηλινή κυβέρνηση απελευθέρωσε 78 από τους συνολικά 104 παλαιστινίους κρατουμένους που είχαν συμφωνηθεί, όπως όριζε το αμερικανικό χρονοδιάγραμμα[2], ενώ σε εσωτερικό πολιτικό επίπεδο περιορίσθηκαν οι μη εποικοδομητικές φωνές που προέρχονταν από την ενδοκυβερνητική δεξιά αντιπολίτευση του Ναφτάλι Μπένετ και στελεχών του κόμματος Λικούντ του Πρωθυπουργού Νετανιάχου.  Παράλληλα ενδυναμώθηκαν οι ψύχραιμες απόψεις της επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας και Υπουργού Δικαιοσύνης Τσίπι Λίβνι και του Υπουργού Οικονομικών Γιαΐρ Λαπίντ.

Από την άλλη, το Ισραήλ προώθησε στην ατζέντα των κύριων θεμάτων προς συζήτηση το αίτημά του να αναγνωρισθεί ως "εβραϊκό κράτος" εκ μέρους της Παλαιστινιακής πλευράς. Παρά το ότι αυτό το ζήτημα δεν θεωρείτο πρωτεύουσας σημασίας από τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών[3], το Ισραήλ επεδίωκε[4] να λάβει σαφή δέσμευση εκ μέρους της Παλαιστινιακής Αρχής ότι το αίτημα της επιστροφής των απανταχού Παλαιστινίων προσφύγων σε εδάφη υπό ισραηλινή κρατική κυριαρχία 'κλείνει' άπαξ δια παντός. Το κύριο επιχείρημα των Ισραηλινών βασιζόταν στο ότι εάν δεν κατοχυρωθεί ο αμιγής εβραϊκός χαρακτήρας του Ισραηλινού κράτους, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εγκατασταθεί στο Ισραήλ μεγάλος αριθμός Παλαιστινίων που ζουν επί δεκαετίες στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί δραματικά η δημογραφική ισορροπία. Κατά τον συλλογισμό αυτό, με την πάροδο του χρόνου το Ισραήλ στην ουσία θα μετατραπεί σε ακόμα ένα αραβικό κράτος με ισχνή εβραϊκή μειοψηφία.

Η Παλαιστινιακή Αρχή από τη δική της πλευρά, απέδειξε για ακόμα μια φορά πόσο ανίσχυρη είναι σε μία απ' ευθείας διαπραγμάτευση με την Ισραηλινή πλευρά. Η Ραμάλα πέτυχε την απελευθέρωση ενός σημαντικού αριθμού κρατουμένων και η παλαιστινιακή κοινή γνώμη πανηγύρισε γι' αυτό. Ωστόσο ήταν κατανοητό τοις πάσι ότι αυτή η επιτυχία δεν θα συνέβαινε χωρίς την αμερικανική πίεση και την αντίστοιχη ισραηλινή συγκατάβαση. Είναι γεγονός ότι ο Μαχμούντ Αμπάς ενισχύθηκε πολιτικά από τις τελικές εκτιμήσεις που εξέφρασε ο Τζων Κέρι, ο οποίος  εν τέλει επέρριψε περισσότερες ευθύνες στην Ισραηλινή πλευρά για την διακοπή των συνομιλιών[5].

Ωστόσο, η επίμονη άρνηση της Παλαιστινιακής Αρχής να αναγνωρίσει το Ισραήλ ως "εβραϊκό κράτος"[6], έδωσε το περιθώριο στους Ισραηλινούς να εκδηλώσουν έντονες επιφυλάξεις. Σε αντίθετη περίπτωση όμως, εάν ο Πρόεδρος Αμπάς θα αναγνώριζε το Ισραήλ ως "εβραϊκό κράτος" , τότε η Παλαιστινιακή Αρχή:
1) Θα έχανε εκ των προτέρων ένα πολύ ισχυρό μέσο διαπραγμάτευσης : Την επιστροφή των παλαιστινίων προσφύγων – ζήτημα το οποίο εκτιμάται πως θα χρησιμοποιηθεί ως "τελευταίο διαπραγματευτικό χαρτί" για να επιτευχθούν σημαντικοί παλαιστινιακοί στόχοι (Ιερουσαλήμ, αποχώρηση εβραίων εποίκων, καθορισμός συνόρων στις γραμμές του 1967) 
2) Θα αναλάμβανε τεράστιο πολιτικό κόστος, κατηγορούμενος από τους αντιπολιτευτικούς κύκλους εντός και εκτός Δυτικής Όχθης για εθνική μειοδοσία, τη στιγμή μάλιστα που ακόμα ούτε τα σύνορα του παλαιστινιακού κράτους, ούτε το ζήτημα της Ιερουσαλήμ δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης
3) Θα ετίθετο ζήτημα κατά πόσον η Παλαιστινιακή Αρχή υπό την παρούσα ηγεσία της νομιμοποιείται δημοκρατικά να διαπραγματεύεται όχι μόνο επ' ονόματι των πολιτών της στη Δυτική Όχθη ή των Παλαιστινίων που ζουν στη Γάζα υπό την διοίκηση της Χαμάς, αλλά και επ' ονόματι της παλαιστινιακής διασποράς.

4.5.14

Φατάχ -Χαμάς : Μια δύσκολη προσέγγιση

Δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 29.04.2014


Η αποτυχία των ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής δεν εξέπληξε ούτε τους Ισραηλινούς ούτε τους Παλαιστινίους. Πολιτικοί αξιωματούχοι και αναλυτές επιβεβαίωσαν τις απαισιόδοξες προβλέψεις τους, παρά την ανεξήγητη αισιοδοξία που εξέφραζε συχνά πυκνά καθ' όλη τη διάρκεια των συνομιλιών ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρι. Ωστόσο, τίποτα δεν προέλεγε την επανασύνδεση της Παλαιστινιακής Αρχής που ελέγχεται από την Φατάχ με την Χαμάς που ελέγχει την Λωρίδα τής Γάζας ύστερα από 7 χρόνια εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών επιλογών.
Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα να εκτιμηθεί εάν και κατά πόσον αυτή η συμφωνία επανασύνδεσης Φατάχ-Χαμάς θα εφαρμοσθεί –μιας και έχουν προηγηθεί άλλες δύο κατά το παρελθόν, οι οποίες δεν απέδωσαν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα- όλα δείχνουν ότι η Ραμάλα και η Γάζα προτίθενται αυτή την φορά να τιμήσουν τις υπογραφές τους και να σχηματίσουν ένα ενιαίο παλαιστινιακό μέτωπο έναντι του Ισραήλ, που θα εκφράζει κατά τρόπο ενιαίο την παλαιστινιακή πλευρά στις διαπραγματεύσεις με σκοπό τνη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους με διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα και σαφή εδαφική κυριαρχία. Όσο και αν αυτό το εγχείρημα προβάλλεται κατά τρόπο εξαιρετικά αισιόδοξο από τα παλαιστινιακά ΜΜΕ, στην πραγματικότητα αυτή η επανασύνδεση έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, που ανάγονται τόσο σε εξωγενείς όσο και σε ενδογενείς παράγοντες.
ΕΞΩΓΕΝΕΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ
Από τον Ιούνιο του 2007, οπότε και η Λωρίδα τής Γάζας απέκτησε διακριτή διοικητική προσωπικότητα, μη ελεγχόμενη από την Παλαιστινιακή Αρχή υπό τον Μαχμούντ Αμπάς, επέλεξε τελείως διαφορετικό προσανατολισμό όσον αφορά τον τρόπο θεώρησης της διένεξης με το Ισραήλ και την επιλογή διεθνών συμμαχιών. Η Χαμάς απομονώθηκε διπλωματικά από την Δύση, χαρακτηρίσθηκε από τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους διεθνείς οργανισμούς ως τρομοκρατική οργάνωση, και η Ρωσία τήρησε αποστάσεις ασφαλείας υιοθετώντας αντίστοιχη ψυχρή στάση έναντί της. Αντιθέτως, το Ιράν ήταν η μόνη χώρα που διάκειται φιλικά έναντι της Χαμάς τού Ισμαήλ Χανίγια, στηρίζοντας πολιτικά και διπλωματικά τις επιλογές της, οι οποίες ταυτίζονταν σε πολλά σημεία με τις επιλογές και τις πρακτικές τής Χεζμπολλάχ στον Νότιο Λίβανο – πιστής συμμάχου τής Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή. Όσον αφορά τις αραβικές χώρες, τηρούσαν τις απαραίτητες επαφές με την πολιτική ηγεσία τής Χαμάς, κάθε μια ανάλογα με τον βαθμό εξάρτησής της προς τη Δύση, λαμβάνοντας πάντοτε υπ'όψιν τις αρχές της αραβικής αλληλεγγύης, και στον βαθμό που τους επέτρεπε ή επέβαλε ο Αραβικός Σύνδεσμος. Ιδιάζουσα ήταν η περίπτωση της Αιγύπτου, η οποία κατά τα τελευταία χρόνια ταλανίζεται από πολιτειακές αλλαγές με γνώμονα την επικράτηση ή μη των φιλοϊσλαμιστικών τάσεων στο εσωτερικό της. Η διακυβέρνηση Μουμπάρακ ήταν εξ αρχής επιφυλακτική στις σχέσεις της με την Χαμάς, την οποία θεωρούσε ως υποστηρικτή των (εχθρικών προς το καθεστώς Μουμπάρακ) Αδελφών Μουσουλμάνων. Παρ' όλ' αυτά, η Αίγυπτος του Μουμπάρακ επιτέλεσε διαμεσολαβητικό ρόλο τόσο στις επαφές τής Χαμάς με την Παλαιστινιακή Αρχή όσο και με το Ισραήλ, σημειώνοντας κατά καιρούς σημαντικές επιτυχίες. Η Αίγυπτος του μεταβατικού στρατιωτικού καθεστώτος τού Μοχάμαντ αλ-Ταντάουι αποδείχθηκε ιδιαιτέρως ψυχρή με την Χαμάς, πλην όμως, εμμέσως πλην σαφώς, την ενίσχυσε καθότι οι τζιχαντιστικές ισλαμιστικές οργανώσεις που δρούσαν στο Σινά εν τέλει απεδείχθησαν εξίσου αντιπολιτευόμενες και ως προς την πολιτική ηγεσία τού Ισμαήλ Χανίγια. Η Αίγυπτος του ισλαμιστή εκλεγμένου προέδρου τής μετά-Μουμπάρακ εποχής, Μοχάμαντ Μόρσι, έδειξε φιλικότερη αλλά πάντως συγκρατημένη διάθεση προς την Χαμάς ενώ η τωρινή ηγεσία τού στρατηγού αλ-Σίσι τηρεί από ιδιαίτερα επιφυλακτική έως απροκάλυπτα εχθρική στάση απέναντι στην Γάζα, επιτείνοντας την τωρινή της διεθνή απομόνωση.

25.12.13

Pax Americana ή τρίτη Ιντιφάντα;


*Δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 24.12.2013


Η πρόσφατη απόπειρα βομβιστικής επίθεσης σε αστικό λεωφορείο στο ισραηλινό προάστιο Μπατ-Υάμ (22/12), μόλις λίγα λεπτά από το κέντρο τού Τελ Αβίβ, ανέσυρε παλιές γνωστές μνήμες στην καθημερινότητα των ισραηλινών αστικών κέντρων, με αφορμή μια παρατημένη τσάντα που κίνησε τις υποψίες των επιβατών.
Ενώ η αστυνομία πρόλαβε να εκκενώσει το όχημα και να απομακρύνει τους πεζούς περαστικούς, ο μηχανισμός που είχε τοποθετηθεί επιμελώς ανάμεσα στα καθίσματα του λεωφορείου εξερράγη λίγα λεπτά αργότερα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών, χωρίς ευτυχώς να προκαλέσει θύματα ή τραυματίες.
 Επ' ευκαιρία τού ανησυχητικού αυτού συμβάντος αλλά και των ολοένα αυξανόμενων περιστατικών ένοπλης βίας στην Δυτική Όχθη, ο πρώην αρχηγός των Υπηρεσιών Εσωτερικής Κρατικής Ασφαλείας και νυν υπουργός Επιστημών, Τεχνολογίας και Διαστήματος, Υαακόβ Πέρι, σε δηλώσεις του στο κρατικό ραδιόφωνο (23/12) υπήρξε καθησυχαστικός, εκτιμώντας ότι τα κρούσματα αυτά «δεν θα τα χαρακτήριζα ως την απαρχή μιας νέας Ιντιφάντα».
Δεδομένων όμως των περιστάσεων, η εκ νέου αναφορά τής λέξης «Ιντιφάντα», επαναφέρει στο προσκήνιο πλήθος προβληματισμών για το πώς πρόκειται να δρομολογηθούν τα γεγονότα στο άμεσο μέλλον, ενόσω οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής δείχνουν να βρίσκονται σε αδιέξοδο.
Τους τελευταίους τέσσερις μήνες η τοπική επικαιρότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με συμβάντα που δείχνουν μια άλλη, διαφορετική και λιγότερο γνώριμη διάσταση της χρόνιας αραβοϊσραηλινής διένεξης. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι ο «εχθρός» δεν είναι αποκλειστικά ο ένοπλος στρατιώτης ή ο ισλαμιστής βομβιστής αυτοκτονίας. Εχθρός και στόχος είναι και ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ο συνάδελφος στην δουλειά, ο γείτονας, ο απρόσωπος γνώριμος. Ο απρόβλεπτος ανθρώπινος παράγοντας αποτελεί μια νέα ασύμμετρη απειλή, την οποία οι ισραηλινές αρχές ασφαλείας και η κοινή γνώμη χρειάζονται χρόνο, κόπο και ίσως πολλές περαιτέρω απώλειες για να μπορέσουν να διαχειριστούν.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2013, και ύστερα από πολυήμερες έρευνες, ανακαλύφθηκε το πτώμα ενός Ισραηλινού στρατιώτη, ο οποίος στις ημέρες της άδειάς του δούλευε σε ψησταριά στο κεντρικό Ισραήλ, για να συμπληρώσει το εισόδημα των γονιών του. Δολοφονήθηκε από συνάδελφό του Παλαιστίνιο, με τον οποίον δούλευε στην ίδια ψησταριά και είχαν αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Ο Παλαιστίνιος δράστης σκότωσε τον Ισραηλινό συνάδελφό του με σκοπό να παραδοθεί αργότερα το πτώμα του στις ισραηλινές αρχές με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του φυλακισμένου αδελφού του, που μετείχε σε ένοπλη οργάνωση. Το πτώμα τού στρατιώτη ήταν κρυμμένο σε πηγάδι στα περίχωρα της πόλης Καλκίλια τής Δυτικής Όχθης, ώστε να δοθεί στις αρχές, όταν μια τέτοια ανταλλαγή θα ήταν δυνατή.
Στις 13 Νοεμβρίου 2013 ένας άλλος Ισραηλινός νεοσύλλεκτος μαχαιρώθηκε μέσα σε υπεραστικό λεωφορείο, μπροστά στα μάτια δεκάδων συνεπιβατών του, από έναν νεαρό Παλαιστίνιο ο οποίος βλέποντας να κάθεται μπροστά του κάποιος με στρατιωτική στολή, θέλησε με αυτόν τον τρόπο να εκδικηθεί για την πρόσφατη σύλληψη συγγενούς του από στρατιωτική περίπολο.
Παράλληλα, κατά το τελευταίο τετράμηνο του 2013 αυξήθηκε κατακόρυφα η συχνότητα των επιχειρήσεων καταστολής από τον ισραηλινό στρατό στην Δυτική Όχθη, με αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται συλλήψεις νεαρών διαδηλωτών που κατά το παρελθόν δεν είχαν εμπλακεί σε ένοπλες δραστηριότητες. Κατά τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, τουλάχιστον 19 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν από ισραηλινά πυρά στην Δυτική Όχθη από τον Ιούλιο μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου 2013.
Όπως είναι φυσικό, τόσο τα ισραηλινά όσο και τα παλαιστινιακά ΜΜΕ, τονίζουν με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο την βαρύτητα των βίαιων συμβάντων εντός και εκτός Δυτικής Όχθης, επιβεβαιώνοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η μόνη ρεαλιστική λύση για ειρηνική συμβίωση ισραηλινών και παλαιστινίων είναι η μη-συμβίωση και η δημιουργία δύο κρατών, ένα για κάθε λαό - θεώρηση καθ' όλα ρεαλιστική.
Παρά το ότι εστίες έντασης έχουν αρχίσει πλέον να εκδηλώνονται ακόμα και στους άλλοτε πολιτικά «άχρωμους» χώρους δουλειάς, όπου πολύ συχνά συμβιώνουν Εβραίοι και Άραβες κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, και ενώ το ιδεώδες «δύο κράτη-δύο λαοί» προβάλλεται ως η μόνη εφικτή λύση, οι προϋποθέσεις εφαρμογής ενός τέτοιου μοντέλου κάθε άλλο παρά εύκολες αποδεικνύονται. Ενδεικτικές ως προς αυτό είναι οι πληροφορίες που διέρρευσαν πρόσφατα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί διαπραγματευτές στις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ τού ισραηλινού ραδιοφωνικού σταθμού Arutz Sheva (23/12), επικαλούμενο επώνυμη δημοσιογραφική πηγή και παλαιστινιακούς επίσημους κύκλους που συμμετέχουν στις συνομιλίες, η αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα πιέζει για την υπογραφή τελικής λύσης εντός των επομένων μηνών που θα καθορίζει το τελικό status όχι μόνο των συνόρων των δύο κρατών επί τη βάσει των συνόρων τού 1967 αλλά και το ακανθώδες πρόβλημα της κυριαρχίας επί της Ιερουσαλήμ.