Σελίδες

29.7.13

Η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών Ισραήλ - Παλαιστινιακής Αρχής : Δεδομένα και Εκτιμήσεις

* δημοσιεύθηκε στην Έκτακτη Έκδοση του ΚΕΜΜΕΠ (23.07.2013)


Απόψε το βράδυ στην Ουάσιγκτον θα πραγματοποιηθούν οι προκαταρκτικές επαφές μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων προκειμένου να προετοιμαστεί το έδαφος για την επανέναρξη των συνομιλιών με σκοπό την επίτευξη τελικής και συνολικής πολιτικής διευθέτησης  που θα πραγματώνει τη λύση "δύο εθνών-δύο κρατών". Ύστερα από εντατικές διπλωματικές επαφές του Αμερικανού Υπουργού  Εξωτερικών Τζων Κέρυ, με  εφαλτήριο την επίσκεψη Μπαράκ Ομπάμα στην περιοχή τον Μάρτιο του 2013, η ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής του Αμπού Μάζεν και η κυβέρνηση συνασπισμού της οποίας ηγείται ο Μπινιαμίν Νετανιάχου καλούνται να "σπάσουν τον πάγο" τεσσάρων ετών στασιμότητας.

Προτού όμως οι πολιτικές ηγεσίες του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής καταφέρουν να "σπάσουν τον πάγο" ανάμεσά τους, τόσο ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός όσο και ο Πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής καλούνται να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τις εκ διαμέτρου αντίθετες "κόκκινες γραμμές" που τίθενται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό ένθεν και ένθεν.  Παράλληλα, και ύστερα από την κατάρρευση του καθεστώτος Μούρσι στην Αίγυπτο που θα μπορούσε να αποτελέσει τον κατάλληλο διαμεσολαβητή, η ηγεσία της Χαμάς ακόμα μια φορά τίθεται εκτός νυμφώνος.


Το Ισραήλ

Το κύριο σημείο απόκλισης ανάμεσα στα κόμματα που συναποτελούν τον παρόντα ισραηλινό κυβερνητικό συνασπισμό είναι η παύση ή μη της κυβερνητικής οικοδομικής δραστηριότητας στη Δυτική Όχθη, είτε υπό την μορφή της "φυσικής επέκτασης" των ήδη υφιστάμενων εβραϊκών οικισμών και προαστίων της ευρείας περιοχής Ιεροσολύμων, είτε υπό την μορφή δημιουργίας νέων οικισμών στα Κατεχόμενα.

Η Ισραηλινή κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Μπινιαμίν Νετανιάχου

Το δεξιό κόμμα "Χα'Μπάιτ Χα'Ιουντί" ("Εβραϊκή Εστία")  που ελέγχει Υπουργεία-κλειδιά που άπτονται άμεσα της συνέχισης ή μη της οικιστικής δραστηριότητας στη Δυτική Όχθη (Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Υπουργείο για θέματα Ιερουσαλήμ και Εβραϊκής Διασποράς, Υπουργείο Θρησκευμάτων, Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδόμησης) αντέδρασε άμεσα, δηλώνοντας τόσο δια του ηγέτη του Ναφτάλι Μπένετ, όσο και δια των Υπουργών του ότι σε καμία περίπτωση δεν θα συναινέσει στην διακοπή του εποικιστικού προγράμματος ενόσω  θα διαρκούν οι συνομιλίες. Οι δηλώσεις αυτές εντάθηκαν ακόμα περισσότερο απειλώντας την κυβερνητική συνοχή, όταν διέρρευσαν στον ισραηλινό Τύπο πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός φέρεται να δεσμεύθηκε σε Αμερικανούς αξιωματούχους ότι το Ισραήλ θα εφαρμόσει την τακτική του "σιωπηρού παγώματος" της εποικιστικής διαδικασίας και ότι η περιοχή Ε-1 στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ δεν θα ανοικοδομηθεί. Η στάση αυτή του κόμματος  της "Εβραϊκής Εστίας" πρέπει να θεωρηθεί αναμενόμενη, δεδομένων των προεκλογικών του διακηρύξεων, σύμφωνα με τις οποίες οι Περιοχές Α και Β της Δυτικής Όχθης θα πρέπει να αναγνωρισθούν από το Ισραήλ μονομερώς ως "Παλαιστινιακό Κράτος" και παράλληλα η Περιοχή C της Δυτικής Όχθης να προσαρτηθεί στο Ισραήλ, διατηρώντας στρατιωτική παρουσία στην μεθόριο με την Ιορδανία – άποψη με την οποία η πλειονότητα των εβραίων εποίκων συμφωνεί.    

Στον αντίποδα τάσσεται η Υπουργός Δικαιοσύνης Τσίπι Λίβνι, Πρόεδρος του κεντροαριστερού κόμματος "Χα'Τνουά"  και επιτετραμμένη για την πρόοδο των συνομιλιών με τους Παλαιστινίους, θεωρώντας ότι η ισραηλινή πλευρά θα πρέπει να δείξει σημεία καλής θέλησης προκειμένου να επιστρέψει η Παλαιστινιακή ηγεσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά και για να μην απομονώνεται διπλωματικά το εβραϊκό κράτος, τη στιγμή που οι εξελίξεις στη Συρία και στην Αίγυπτο είναι ρευστές, η ιρανική πυρηνική απειλή είναι υπαρκτή και το στρατιωτικό οπλοστάσιο της Χαμάς και της  Χεζμπολλάχ δεν έχουν τεθεί υπό έλεγχο – θέματα για τα οποία η Διεθνής Κοινότητα θα πρέπει να επιληφθεί από κοινού με το Ισραήλ- . 

Σιωπηρή στάση υποστήριξης ως προς το πάγωμα των εποικισμών τηρεί ο Υπουργός Οικονομικών Γιαΐρ Λαπίντ, επικεφαλής του επίσης κεντροαριστερού κόμματος "Γιές Ατίντ" (" Υπάρχει Μέλλον") , ο πολιτικός λόγος του οποίου επικεντρώνεται αφ' ενός στην περικοπή των σπαταλών προς όφελος της γενικότερης δημοσιονομικής αναδιάρθωσης του δημοσίου τομέα και αφ' ετέρου στην κατάργηση των πάσης φύσεως  προνομίων (φοροαπαλλαγές, κοινωνικά επιδόματα πρόνοιας, απαλλαγή από την υποχρεωτική στράτευση) υπέρ της υπερορθόδοξης θρησκευτικής μερίδας του πληθυσμού, η οποία τάσσεται κατά κάθε εδαφικής παραχώρησης της βιβλικής γης.

Παρά το ότι η κομματική πειθαρχία φαίνεται να συγκρατεί τους Υπουργούς που συνδέονται άμεσα με τον Πρωθυπουργό, ο Μπινιαμίν Νετανιάχου δεν θα πρέπει να εφησυχάζει, καθότι δεν θα πρέπει να ξεχνά ότι μεγάλη μερίδα των Υπουργών του βρίσκονται υπό τη σφαίρα επιρροής του τέως Υπουργού Εξωτερικών Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και του κόμματός του "Ισραέλ Μπεϊτένου" , που στηρίζει την ενδοκομματική σκληρή διαπραγματευτική γραμμή. Η γραμμή αυτή σε γενικές γραμμές υποστηρίζει ότι η οικοδομική δραστηριότητα στην Δυτική Όχθη δεν θα πρέπει να διακοπεί, η συνοριακή γραμμή προ του Πολέμου του 1967 δεν θα πρέπει να αποτελεί το ζητούμενο και δεν θα πρέπει να επιτραπεί η αποφυλάκιση παλαιστινίων κρατουμένων που κρίθηκαν ένοχοι για βομβιστικές επιθέσεις κατά ισραηλινών πολιτών και στρατιωτών.

Παρ' όλ' αυτά, η διαλλακτικότητα που επιδεικνύει ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός και οι πράξης καλής θέλησης που φέρεται ότι πρόκειται άμεσα να εφαρμόσει (σιωπηρό πάγωμα των οικισμών και απελευθέρωση δεκάδων παλαιστινίων κρατουμένων) βρίσκει ένα απρόσμενο "δίχτυ ασφαλείας" από την αριστερή αξιωματική αντιπολίτευση. Η Πρόεδρος του Κόμματος των Εργατικών Σέλι Γιεχιμόβιτς - η οποία τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά επικεντρώνεται στο να επικρίνει έντονα τις κυβερνητικές επιλογές ως προς την κατανομή των δημοσιονομικών βαρών, προβάλλοντας ως κύριο πολιτικό αίτημα την προστασία της βαλλόμενης μεσαίας τάξης της χώρας – στηρίζει τις πράξεις καλής θέλησης του Πρωθυπουργού, δηλώνοντας ότι ακόμα και εάν η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών δημιουργήσουν ενδοκυβερνητική κρίση, προκειμένου να "μην χαθεί ακόμα μια ευκαιρία για την ειρήνη"  ο Μπινιαμίν Νετανιάχου θα υποστηριχθεί από την αντιπολίτευση. Αυτή η εντυπωσιακή πολιτική εξέλιξη  δεν εξέπληξε τους ισραηλινούς πολιτικούς αναλυτές, δεδομένου ότι προεκλογικά η Γιεχιμόβιτς είχε δεσμευθεί επανειλημμένα πως σε ό,τι αφορά την εξεύρεση πολιτικής λύσης για το εθνικό θέμα, οι Εργατικοί θα προσφέρουν εποικοδομητικές εναλλακτικές στηρίζοντας όποια κυβέρνηση σχηματισθεί, "είτε με εμάς, είτε χωρίς εμάς".

Τέλος, ο Πρόεδρος της χώρας Σιμόν Πέρες, σε πρόσφατες δηλώσεις του χαιρέτησε τόσο τη στάση του Πρωθυπουργού όσο και τη στήριξη της αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης Σέλι Γιεχιμόβιτς, προσδίδοντας ένα ακόμα θετικό πρόσημο στους χειρισμούς του Μπινιαμίν Νετανιάχου, που βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με τις Αμερικανικές προσδοκίες επανέναρξης του ειρηνευτικού διαλόγου.




Η Παλαιστινιακή Αρχή

Από παλαιστινιακής πλευράς, το παρών πολιτικό σύστημα και ο υποβαθμισμένος πολιτικά ρόλος της κοινοβουλευτικής εξουσίας στο εσωτερικό της Παλαιστινιακής Αρχής  δεν προσφέρονται για ανάλογες πολιτικές εκτιμήσεις.

Ο Πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς (Αμπού Μάζεν)

Το πάγωμα των ειρηνευτικών συνομιλιών εδώ και μία τετραετία, η εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση της διοικητικής μηχανής της Παλαιστινιακής Αρχής, η κατά καιρούς πραγματοποίηση ισραηλινών οικοδομικών εργασιών στην Δυτική Όχθη αλλά και η πιθανότητα εκδήλωσης "φαινομένων ντόμινο" επ' ευκαιρία των κοινωνικών αναταραχών στις άλλες αραβικές χώρες , δεν αφήνουν πολλές δυνατότητες επιλογής για την 'Παλαιστίνη'  του Αμπού Μάζεν : Η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών με το Ισραήλ είναι μονόδρομος και αποτελούν τη μόνη ευκαιρία να διατηρηθεί πολιτικά, οικονομικά αλλά και κυρίως ηθικά η παρούσα ηγεσία της Φατάχ στη Δυτική Όχθη.

Παρά τα όσα είχαν διακηρυχθεί από τον Παλαιστίνιο Πρόεδρο, η διπλωματική νίκη της Παλαιστινιακής Αρχής την 29η Νοεμβρίου 2012 στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δεν άλλαξε σε τίποτα την πραγματική κατάσταση στη Δυτική Όχθη, ούτε προσέδωσε τα πρακτικά οφέλη που φανταζόταν ο μέσος παλαιστίνιος πολίτης. Από την άλλη πλευρά, και δεδομένης της απουσίας μίας ουσιαστικής αντιπολίτευσης στην Δυτική Όχθη που θα είχε τη δυνατότητα να αντιτάξει μία άλλη πολιτική προσωπικότητα και πιθανώς μία άλλη εναλλακτική πολιτική τακτική, η επανέναρξη των συνομιλιών αναμένεται να αυξήσει τη δημοτικότητα του εν πολλοίς και για πάρα πολύ χρόνο 'παροπλισμένου' Παλαιστινίου Προέδρου, οι αποφάσεις του οποίου όμως , υπό τις παρούσες συνθήκες τουλάχιστον, δεν θα έχουν καμία ισχύ στην τόσο κοντινή αλλά και τόσο μακρινή Λωρίδα της Γάζας, που ελέγχεται σταθερά από την Χαμάς. Η επανέναρξη των συνομιλιών σε συνάρτηση με την προσδοκώμενη άνοδο της δημοτικότητάς του στην παλαιστινιακή κοινή γνώμη, θα καταφέρει να διατηρήσει την ηγεσία της Φατάχ στη Δυτική Όχθη. 


Η Χαμάς

Ενόσω τα πολιτικά επιτελεία τόσο στην Ιερουσαλήμ όσο και στη Ραμάλλα προετοιμάζονται για την επανέναρξη των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα της Ουάσιγκτον, μεγάλος απών παραμένει η Χαμάς που ελέγχει την πιο περιθωριοποιημένη οικονομικά και διπλωματικά μερίδα του παλαιστινιακού πληθυσμού. Δεν είναι τυχαίο ότι, κατά το πρόσφατο παρελθόν, κάθε φορά που υπονοείτο ότι θα υπάρξει πρόοδος στις ισραηλινοπαλαιστινιακές συνομιλίες, πραγματοποιούνταν σποραδικές έστω ρήψεις ρουκετών από τη Λωρίδα της Γάζας προς τα αστικά κέντρα του νοτίου Ισραήλ. Με αυτόν τον τρόπο τόσο η ηγεσία της Χαμάς όσο και οι άλλες ένοπλες ομάδες που δραστηριοποιούνται στη Γάζα έστελναν πολιτικά μηνύματα σε πολλαπλούς αποδέκτες, θέλοντας να δηλώσουν την παρουσία τους και υπενθυμίζοντας στη Φάταχ, στο Ισραήλ και στη Δύση ότι η Γάζα συνεχίζει να αποτελεί ανοιχτή πληγή.

Οι πρόσφατες πολιτικές ανακατατάξεις στην Αίγυπτο δεν επιτρέπουν ακόμα στην ηγεσία της Χαμάς να παρεισφρύσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δεδομένου ότι το φιλικότερο ως προς αυτήν καθεστώς Μούρσι έχει καταρρεύσει. Πλην όμως, η διαφαινόμενη απομάκρυνση της Χαμάς από τη σφαίρα επιρροής του Ιράν και της - διπλωματικά και στρατιωτικά ολοένα και περισσότερο αποδυναμωμένης - Χεζμπολλάχ, θα μπορούσε να αφήσει κάποια περιθώρια συγκρατημένης αισιοδοξίας για πιθανή εισδοχή της στις ειρηνευτικές συνομιλίες στο απώτερο μέλλον, εάν και εφόσον οι ενδοπαλαιστινιακές διαφορές λειανθούν. Μια τέτοια εκτίμηση όμως πρέπει να θεωρείται υπό τις παρούσες συνθήκες εξαιρετικά αμφίβολη, μιας και η Αμερικανική ηγεσία δεν ενδιαφέρεται να διευρύνει την διαμεσολαβητική της δραστηριότητα, αξιοποιώντας την επιρροή της στη Γάζα μέσω του Καΐρου, όπου η εσωτερική πολιτική πραγματικότητα παραμένει ρευστή. 
    


Αναμφίβολα, η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής αποτελεί μία θετική εξέλιξη, ύστερα από το πάγωμα των διαπραγματεύσεων κατά την τελευταία μακρά τετραετία. Είναι σαφές ότι τα κύρια σημεία προς διαπραγμάτευση είναι ταυτόσημα με αυτά του μακρού παρελθόντος : η διαίρεση ή μη της Ιερουσαλήμ, η ανακήρυξη ή μη της Ανατολικής Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους, η τύχη των εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη, η βαρύτητα ή μη της συνοριακής γραμμής που ίσχυε πριν τον Πόλεμο του 1967 ως κριτήριο τελικής πολιτικής λύσης, η νομική διευθέτηση και ο τόπος  εγκατάστασης των Παλαιστινίων της διασποράς στο μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος και η εν γένει δημογραφική σύνθεση των δύο κρατών με τέτοιο τρόπο ώστε αφ'ενός να μην θιγεί στο μέλλον ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ισραηλινού κράτους και αφ'ετέρου να διασφαλισθεί η ειρηνική και ασφαλής συμβίωση των δύο αυτών λαών σε δύο γειτονικά κράτη με εγγυημένη αμοιβαία ασφάλεια και κυριαρχία.

Κάθε διαπραγμάτευση απαιτεί συγκλίσεις και υποχωρήσεις όχι μόνο ως προς το τελικό αποτέλεσμα αλλά και ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις που καλούνται να αποδεχθούν τα μέρη προκειμένου να καθίσουν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τόσο η ισραηλινή όσο και η παλαιστινιακή ηγεσία δείχνουν να επιθυμούν να συμπλεύσουν με την βαθμιαία εξωστρέφεια των ΗΠΑ όσον αφορά την ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη. Παράλληλα όμως, ουσιαστικά εμπόδια, ενδοκομματικές διαμάχες και βάσιμες ενστάσεις είναι φυσικό να υφίστανται και να προβάλλονται ένθεν και ένθεν.

Παρά το ότι οι οιωνοί  για μία ειρηνική πολιτική λύση στην περιοχή ουδέποτε αποδείχθηκαν ενθαρρυντικοί , πλην όμως η διατήρηση της παρούσας κατάστασης και η διαιώνιση των εδαφικών τετελεσμένων, μακροπρόθεσμα δεν αποτελούν επιθυμητές λύσεις για κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη. Αυτό το συμπέρασμα φαίνεται πως ίσως αρχίζει να γίνεται συνείδηση υπό την παρούσα πολιτική συγκυρία, τόσο εκ μέρους των Ισραηλινών όσο και εκ μέρους των Παλαιστινίων.


*το κείμενο συντάχθηκε την 22.07.2013




Δεν υπάρχουν σχόλια: